Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απύρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν έχει πυρωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απύρωτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπύρωτοςαπύρωτηαπύρωτο
Γενικήαπύρωτουαπύρωτηςαπύρωτου
Αιτιατικήαπύρωτοαπύρωτηαπύρωτο
Κλητικήαπύρωτεαπύρωτηαπύρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπύρωτοιαπύρωτεςαπύρωτα
Γενικήαπύρωτωναπύρωτωναπύρωτων
Αιτιατικήαπύρωτουςαπύρωτεςαπύρωτα
Κλητικήαπύρωτοιαπύρωτεςαπύρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →