Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απώτερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μακρινός τοπικά ή χρονικά, σε δεύτερη ή πάντως σε μετέπειτα φάση μιας εν εξελίξει ενέργειας ή σχεδίου, μειωμένης σημασίας ή, αντιθέτως, μεγάλης Βικιλεξικό
    • Ας δούμε τι κάνουμε τώρα, γιατί αυτά που λες αφορούν στο απώτερο μέλλον
    • Γρινιάζεις με τον καθηγητή σου λες και διαβάζεις για να του κάνεις χατίρι, ενώ έχεις απώτερο στόχο να μπεις στο Πανεπιστήμιο
  2. μεταφορικάο πραγματικός στόχος, όχι αυτός που φαίνεται σε πρώτο επίπεδο ερμηνείας Βικιλεξικό
    • είναι αδιευκρίνιστες οι απώτερες επιδιώξεις του

Ετυμολογία

απώτερος < αρχαία ελληνική ἀπώτερος < ἀπωτέρω συγκριτικός βαθμός του επιρρήματος ἄπωθεν (από μακριά) < ἀπό ή ἄπο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπώτεροςαπώτερηαπώτερο
Γενικήαπώτερουαπώτερηςαπώτερου
Αιτιατικήαπώτεροαπώτερηαπώτερο
Κλητικήαπώτερεαπώτερηαπώτερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπώτεροιαπώτερεςαπώτερα
Γενικήαπώτερωναπώτερωναπώτερων
Αιτιατικήαπώτερουςαπώτερεςαπώτερα
Κλητικήαπώτεροιαπώτερεςαπώτερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →