αράθυμος
•
- λαϊκότροποράθυμος Βικιλεξικό
- Σου λέω σ'κώθηκα απ' το γιατάκι και πήγα στο χωράφι και ξεβοτάνισα. Αλλά το 'κανα αράθυμος και βαρύς, ανόρεχτος, σα σκλάβος που τον έριξαν στανικά σε καταναγκασμό. (Θωμάς Ψύρρας, Άρτιο κατά παρέκκλιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
- λαϊκότροποοξύθυμος Βικιλεξικό
- λόγιοπου ενεργεί γρήγορα, που έχει διάθεση για ενέργεια ή δράση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αράθυμος < μεσαιωνική ελληνική ἀράθυμος < ἀ- (προτακτικό) + ῥᾴθυμος < ῥᾶ + θυμός # αράθυμος < μεσαιωνική ελληνική ἀράθυμος < ἀ- (στερητικό) + ῥᾴθυμος < ῥᾶ + θυμός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αράθυμος | αράθυμη | αράθυμο |
| Γενική | αράθυμου | αράθυμης | αράθυμου |
| Αιτιατική | αράθυμο | αράθυμη | αράθυμο |
| Κλητική | αράθυμε | αράθυμη | αράθυμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αράθυμοι | αράθυμες | αράθυμα |
| Γενική | αράθυμων | αράθυμων | αράθυμων |
| Αιτιατική | αράθυμους | αράθυμες | αράθυμα |
| Κλητική | αράθυμοι | αράθυμες | αράθυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →