αράπακλας
•
- χυδαίοάντρας αφρικανικής καταγωγής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αράπακλας < αράπ(ης) + μεγεθυντικό επίθημα -ακλας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αράπακλας | αράπακλες |
| Γενική | αράπακλα | αράπακλων |
| Αιτιατική | αράπακλα | αράπακλες |
| Κλητική | αράπακλα | αράπακλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →