αράπικος
•
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον αράπη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αράπικος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αράπικος | αράπικη | αράπικο |
| Γενική | αράπικου | αράπικης | αράπικου |
| Αιτιατική | αράπικο | αράπικη | αράπικο |
| Κλητική | αράπικε | αράπικη | αράπικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αράπικοι | αράπικες | αράπικα |
| Γενική | αράπικων | αράπικων | αράπικων |
| Αιτιατική | αράπικους | αράπικες | αράπικα |
| Κλητική | αράπικοι | αράπικες | αράπικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →