αρένα
•
- χώρος (ενίοτε σκεπασμένος με άμμο) όπου διεξάγονται αγώνες ή θεάματα όπως μονομαχίες, ταυρομαχίες κ.λπ. Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε τόπος έντονης αντιπαράθεσης ή ανταγωνισμού σε κοινωνικό, πολιτικό ή ιδεολογικό επίπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρένα < ισπανική arena ή ιταλική arena ή γαλλική arène < λατινική arena / harena (άμμος) < *hasēna < ετρουσκική 𐌚𐌀𐌑𐌄𐌍𐌀 (faśena, άμμος, στάχτη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρένα | αρένες |
| Γενική | αρένας | αρένων |
| Αιτιατική | αρένα | αρένες |
| Κλητική | αρένα | αρένες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →