αρίς
•
- παρωχημένοιμάντας με τον οποίο σέρνει την άμαξα το άλογο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρίς < → λείπει η ετυμολογία → δείτε arış στο αγγλικό Βικιλεξικό & عريش : Δε συνδέεται με την αρχαία ελληνική ἀρίς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →