αραβίδα
•
- στρατιωτικός όροςκοντό, βραχύκαννο ελαφρύ τουφέκι Βικιλεξικό
- Χτύπησε με την αραβίδα ένα λαγό, άναψε φωτιά, τον έψησε πρωτόγονα και τον έφαγε. (Μ. Καραγάτσης Με τον Καραβέλη στον Όλυμπο (1935) [διήγημα])
Ετυμολογία
αραβίδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀραβίς < Ἀραβίς < (ελληνιστική κοινή). Πιθανόν, για τον τρόπο που έφεραν το όπλο οι άραβες (στον δεξιό ώμο). Διαφορετικό το ελληνιστικό ἀραβίς.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αραβίδα | αραβίδες |
| Γενική | αραβίδας | αραβίδων |
| Αιτιατική | αραβίδα | αραβίδες |
| Κλητική | αραβίδα | αραβίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →