αραβίζω
•
- μιμούμαι ή ακολουθώ τα αραβικά ήθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραβίζω < μεσαιωνική ελληνική ἀραβίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αραβίζω | αραβίζεις | αραβίζει | αραβίζουμε | αραβίζετε | αραβίζουν / αραβίζουνε |
| Παρατατικός | αράβιζα | αράβιζες | αράβιζε | αραβίζαμε | αραβίζατε | αράβιζαν / αραβίζαν / αραβίζανε |
| Αόριστος | αράβισα | αράβισες | αράβισε | αραβίσαμε | αραβίσατε | αράβισαν / αραβίσαν / αραβίσανε |
| Μέλλοντας | θα αραβίζω / θα αραβίσω | θα αραβίζεις / θα αραβίσεις | θα αραβίζει / θα αραβίσει | θα αραβίζουμε / θα αραβίσουμε | θα αραβίζετε / θα αραβίσετε | θα αραβίζουν / θα αραβίζουνε / θα αραβίσουν / θα αραβίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αραβίσει | έχεις αραβίσει | έχει αραβίσει | έχουμε αραβίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αραβίσει | είχες αραβίσει | είχε αραβίσει | είχαμε αραβίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αραβίσει / να αραβίζω / να αραβίσω | να έχεις αραβίσει / να αραβίζεις / να αραβίσεις | να έχει αραβίσει / να αραβίζει / να αραβίσει | να έχουμε αραβίσει / να αραβίζουμε / να αραβίσουμε | να αραβίζετε / να αραβίσετε | να αραβίζουν / να αραβίζουνε / να αραβίσουν / να αραβίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αραβισμένο / αράβιζε / αράβισε | — | — | αραβίζετε / αραβίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →