αραγμένος
•
- που έχει αράξει Βικιλεξικό
- τα πλοία είναι αραγμένα στο βάθος του κόλπου
- μεταφορικάπου είναι καθισμένος και ήρεμος Βικιλεξικό
- τον βρήκα αραγμένο στο καφενείο
Ετυμολογία
αραγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αράζω
Άλλοι τύποι
αραγμένααραγμένεαραγμένεςαραγμένηαραγμένηςαραγμένοαραγμένοιαραγμένοςαραγμένουαραγμένουςαραγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →