αραθυμώ
•
- είμαι ράθυμος Βικιλεξικό
- λαχταρώ, ποθώ Βικιλεξικό
- εξάπτομαι εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραθυμώ < μεσαιωνική ελληνική αραθυμώ < αράθυμος < αρχαία ελληνική ῥᾴθυμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αραθυμώ | αραθυμείς | αραθυμεί | αραθυμούμε | αραθυμείτε | αραθυμούν / αραθυμούνε |
| Παρατατικός | αραθυμούσα | αραθυμούσες | αραθυμούσε | αραθυμούσαμε | αραθυμούσατε | αραθυμούσαν / αραθυμούσανε |
| Αόριστος | αραθύμησα | αραθύμησες | αραθύμησε | αραθυμήσαμε | αραθυμήσατε | αραθυμήσαν / αραθυμήσανε / αραθύμησαν |
| Μέλλοντας | θα αραθυμήσω / θα αραθυμώ | θα αραθυμήσεις / θα αραθυμείς | θα αραθυμήσει / θα αραθυμεί | θα αραθυμήσουμε / θα αραθυμούμε | θα αραθυμήσετε / θα αραθυμείτε | θα αραθυμήσουν / θα αραθυμήσουνε / θα αραθυμούν / θα αραθυμούνε |
| Παρακείμενος | έχω αραθυμήσει | έχεις αραθυμήσει | έχει αραθυμήσει | έχουμε αραθυμήσει | έχετε αραθυμήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αραθυμήσει | είχες αραθυμήσει | είχε αραθυμήσει | είχαμε αραθυμήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αραθυμήσει / να αραθυμήσω / να αραθυμώ | να έχεις αραθυμήσει / να αραθυμήσεις / να αραθυμείς | να έχει αραθυμήσει / να αραθυμήσει / να αραθυμεί | να έχουμε αραθυμήσει / να αραθυμήσουμε / να αραθυμούμε | να έχετε αραθυμήσει / να αραθυμήσετε / να αραθυμείτε | να αραθυμήσουν / να αραθυμήσουνε / να αραθυμούν / να αραθυμούνε |
| Προστακτική | — | αραθύμει / αραθύμησε | — | — | αραθυμήστε / αραθυμείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →