αραιόμετρο
•
- φυσικήτο ειδικό όργανο με το οποίο μετράμε την πυκνότητα των υγρών τα οποία είναι αραιότερα απ' το νερό. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραιόμετρο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀραιόμετρον, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική aréomètre < αρχαία ελληνική ἀραι(ός) + -ό- + -μετρο + (μέτρον)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αραιόμετρο | αραιόμετρα |
| Γενική | αραιομέτρου / αραιόμετρου | αραιομέτρων / αραιόμετρων |
| Αιτιατική | αραιόμετρο | αραιόμετρα |
| Κλητική | αραιόμετρο | αραιόμετρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →