αραιώνω
•
- μειώνω την πυκνότητα κάποιου διαλύματος, προσθέτοντας μια άλλη ουσία Βικιλεξικό
- κάνω κάτι σε μικρότερη χρονική συχνότητα Βικιλεξικό
- μεγαλώνω την απόσταση μεταξύ πραγμάτων ή αντικειμένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραιώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀραι(ῶ), συνηρημένος τύπος του ἀραιόω + -ώνω < ἀραιός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αραιώνω | αραιώνεις | αραιώνει | αραιώνουμε | αραιώνετε | αραιώνουν / αραιώνουνε |
| Παρατατικός | αραίωνα | αραίωνες | αραίωνε | αραιώναμε | αραιώνατε | αραίωναν / αραιώναν / αραιώνανε |
| Αόριστος | αραίωσα | αραίωσες | αραίωσε | αραιώσαμε | αραιώσατε | αραίωσαν / αραιώσαν / αραιώσανε |
| Μέλλοντας | θα αραιώνω / θα αραιώσω | θα αραιώνεις / θα αραιώσεις | θα αραιώνει / θα αραιώσει | θα αραιώνουμε / θα αραιώσουμε | θα αραιώνετε / θα αραιώσετε | θα αραιώνουν / θα αραιώνουνε / θα αραιώσουν / θα αραιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αραιώσει | έχεις αραιώσει | έχει αραιώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αραιώσει | είχες αραιώσει | είχε αραιώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αραιώσει / να αραιώνω / να αραιώσω | να έχεις αραιώσει / να αραιώνεις / να αραιώσεις | να έχει αραιώσει / να αραιώνει / να αραιώσει | να αραιώνουμε / να αραιώσουμε | να αραιώνετε / να αραιώσετε | να αραιώνουν / να αραιώνουνε / να αραιώσουν / να αραιώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αραιωμένο / αραίωνε / αραίωσε | — | — | αραιώνετε / αραιώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αραιώθηκααραιώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →