αραμπέσκ
•
- τέχνητο περίτεχνο, συχνά φυλλόμορφο ή γεωμετρικό διακοσμητικό μοτίβο, εμπνευσμένο από την αραβοϊσλαμική αισθητική Βικιλεξικό
- χορόςη χαρακτηριστική στάση στο κλασικό μπαλέτο, όπου το σώμα ισορροπεί στο ένα πόδι και το άλλο εκτείνεται πίσω, ευθυτενές Βικιλεξικό
- μουσικήσύνθεση με στολισμένη, συχνά αυτοσχεδιαστική μελωδική γραμμή, εμπνευσμένη από ανατολίτικα ή ρομαντικά πρότυπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραμπέσκ < γαλλική arabesque < ιταλική arabesco < arabo < λατινική عرب (arab, Άραβες)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →