αραμπαδάκι
•
- μικρός αραμπάς Βικιλεξικό
- το φορτίο ενός μικρού αραμπά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραμπαδάκι < υποκοριστικό του αραμπάς (θέμα πληθυντικού αραμπαδ- + άκι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αραμπαδάκι | αραμπαδάκια |
| Γενική | αραμπαδακιού | αραμπαδακιών |
| Αιτιατική | αραμπαδάκι | αραμπαδάκια |
| Κλητική | αραμπαδάκι | αραμπαδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →