αραμπατζής
•
- επάγγελμααυτός που οδηγεί αραμπά Βικιλεξικό
- επάγγελμαο ιδιοκτήτης αραμπά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραμπατζής < (άμεσο δάνειο) τουρκική arabacı + -ς. Μορφολογικά αναλύεται σε αραμπ(άς) + -τζής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αραμπατζής | αραμπατζήδες |
| Γενική | αραμπατζή | αραμπατζήδων |
| Αιτιατική | αραμπατζή | αραμπατζήδες |
| Κλητική | αραμπατζή | αραμπατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →