αραπιά
•
- αραβικές χώρες Βικιλεξικό
- Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πηγαινέλα στην αραπιά, με καραβάνια σαν κι αυτό που σχεδίαζε ο Ζαφείρης (Ζαφείριος Μέκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 27
- αφρικανική χώρα Βικιλεξικό
- το να είναι κάποιος φυλετικά ή πολιτιστικά μαύρος - υποσαχάριος Βικιλεξικό
- σκοτάδι, μαυρίλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραπιά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αραπιά | αραπιές |
| Γενική | αραπιάς | αραπιών |
| Αιτιατική | αραπιά | αραπιές |
| Κλητική | αραπιά | αραπιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →