αραχίδα
•
- φυτότο φυτό από το οποίο βγαίνουν τα αράπικα φιστίκια (Arachis hypogaea), ποικιλία του λαθουριού Βικιλεξικό
- το σπέρμα αυτού του φυτού που περιέχει δύο φιστίκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αραχίδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀραχίς από την αιτιατική -ίδα < γαλλική arachide < λατινική arachidna & νεολατινική Arachis (ονομασία ταξινομικού γένους) < ελληνιστική κοινή ἀράχιδνα (λαθούρι) με επίδραση του ἔχιδνα < αρχαία ελληνική ἄραχος < ἄρακος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αραχίδα | αραχίδες |
| Γενική | αραχίδας | αραχίδων |
| Αιτιατική | αραχίδα | αραχίδες |
| Κλητική | αραχίδα | αραχίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →