Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρβάλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόλαβή σε μεταλλικά σκεύη (π.χ. καζάνια, λέβητες, κατσαρόλες κ.ά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρβάλι < αρβαλίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρβάλιαρβάλια
Γενικήαρβαλιούαρβαλιών
Αιτιατικήαρβάλιαρβάλια
Κλητικήαρβάλιαρβάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →