αρβάλι
•
- ιδιωματικόλαβή σε μεταλλικά σκεύη (π.χ. καζάνια, λέβητες, κατσαρόλες κ.ά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρβάλι < αρβαλίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρβάλι | αρβάλια |
| Γενική | αρβαλιού | αρβαλιών |
| Αιτιατική | αρβάλι | αρβάλια |
| Κλητική | αρβάλι | αρβάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →