Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρβανίτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου αναφέρεται στους Αλβανούς ή σχετίζεται με αυτούς Βικιλεξικό
    • Η φωνή του κ. Παραδείση έσκισε απότομα τη σιγαλιά του αρβανίτικου χωριού. […] Είταν ένα χωριό μουσουλμανικό που τό 'λεγαν Βρανέστι, λίγες ώρες πριν από το Πόγραδετς
  2. ειδικότεραπου αναφέρεται στους Αρβανίτες (κατοίκους της Ελλάδας) ή σχετίζεται με αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρβανίτικος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρβανίτικοςαρβανίτικη / αρβανίτικιααρβανίτικο
Γενικήαρβανίτικουαρβανίτικης / αρβανίτικιαςαρβανίτικου
Αιτιατικήαρβανίτικοαρβανίτικη / αρβανίτικιααρβανίτικο
Κλητικήαρβανίτικεαρβανίτικη / αρβανίτικιααρβανίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρβανίτικοιαρβανίτικεςαρβανίτικα
Γενικήαρβανίτικωναρβανίτικωναρβανίτικων
Αιτιατικήαρβανίτικουςαρβανίτικεςαρβανίτικα
Κλητικήαρβανίτικοιαρβανίτικεςαρβανίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →