Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρβανιτοβλάχικα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γλώσσαη διάλεκτος ή το ιδίωμα των αρβανιτόβλαχων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρβανιτοβλάχικα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αρβανιτοβλάχικος στον πληθυντικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρβανιτοβλάχικααρβανιτοβλάχικα
Γενική—αρβανιτοβλάχικων
Αιτιατική—αρβανιτοβλάχικα
Κλητική—αρβανιτοβλάχικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →