αρβυλάδικο
•
- υπόδησηεργαστήριο ή εργοστάσιο κατασκευής αρβυλών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρβυλάδικο < αρβύλ(α) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρβυλάδικο | αρβυλάδικα |
| Γενική | αρβυλάδικου | αρβυλάδικων |
| Αιτιατική | αρβυλάδικο | αρβυλάδικα |
| Κλητική | αρβυλάδικο | αρβυλάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →