Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αργάτης

/aɾˈɣa.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκόο εργάτης Βικιλεξικό
    • Ο Θεός μου είναι ένας αργάτης που πεινάει...
  2. ανυψωτικό μηχάνημα, βαρούλκο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αργάτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀργάτης < ελληνιστική κοινή ἐργάτης. Είτε με υποχωρητική αφομοίωση των [e][a] > [a] [a], είτε από συμπροφορά με αόριστο άρθρο και ανασυλλαβισμό (ena er..) Συγκρίνετε με το εργάτης.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαργάτηςαργάτες
Γενικήαργάτηαργατών
Αιτιατικήαργάτηαργάτες
Κλητικήαργάτηαργάτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →