αργασμένος
•
- δημοτικήσημασίες του εργάζω Βικιλεξικό
- αργασμένο πετσί, αργασμένο τομάρι
- αργασμένα χέρια απ' τη δουλειά
- αργασμένη γη
- δημοτικήπολύπειρος, πολυμαθής, εντριβής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αργασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αργάζω (παθητική φωνή αργάζομαι)
Άλλοι τύποι
αργασμένααργασμένεαργασμένεςαργασμένηαργασμένηςαργασμένοαργασμένοιαργασμένοςαργασμένουαργασμένουςαργασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →