αργοκυλώ
•
- κυριολεκτικάκυλώ αργά Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόπερνάω / προχωρώ αργά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αργοκυλώ < αργο- + κυλώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αργοκυλάω / αργοκυλώ | αργοκυλάς | αργοκυλά / αργοκυλάει | αργοκυλάμε / αργοκυλούμε | αργοκυλάτε | αργοκυλάν / αργοκυλάνε / αργοκυλούν / αργοκυλούνε |
| Παρατατικός | αργοκυλούσα | αργοκυλούσες | αργοκυλούσε | αργοκυλούσαμε | αργοκυλούσατε | αργοκυλούσαν / αργοκυλούσανε |
| Αόριστος | αργοκύλησα | αργοκύλησες | αργοκύλησε | αργοκυλήσαμε | αργοκυλήσατε | αργοκυλήσαν / αργοκυλήσανε / αργοκύλησαν |
| Μέλλοντας | θα αργοκυλάω / θα αργοκυλήσω / θα αργοκυλώ | θα αργοκυλάς / θα αργοκυλήσεις | θα αργοκυλά / θα αργοκυλάει / θα αργοκυλήσει | θα αργοκυλάμε / θα αργοκυλήσουμε / θα αργοκυλούμε | θα αργοκυλάτε / θα αργοκυλήσετε | θα αργοκυλάν / θα αργοκυλάνε / θα αργοκυλήσουν / θα αργοκυλήσουνε / θα αργοκυλούν / θα αργοκυλούνε |
| Παρακείμενος | έχω αργοκυλήσει | έχεις αργοκυλήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αργοκυλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αργοκυλήσει / να αργοκυλάω / να αργοκυλήσω / να αργοκυλώ | να έχεις αργοκυλήσει / να αργοκυλάς / να αργοκυλήσεις | να αργοκυλά / να αργοκυλάει / να αργοκυλήσει | να αργοκυλάμε / να αργοκυλήσουμε / να αργοκυλούμε | να αργοκυλάτε / να αργοκυλήσετε | να αργοκυλάν / να αργοκυλάνε / να αργοκυλήσουν / να αργοκυλήσουνε / να αργοκυλούν / να αργοκυλούνε |
| Προστακτική | — | αργοκύλα / αργοκύλαγε / αργοκύλησε | — | — | αργοκυλάτε / αργοκυλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →