αργοξυπνώ
•
- ξυπνάω αργά Βικιλεξικό
- ξυπνάω σιγά σιγά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αργοξυπνώ < αργά + -ο- + ξυπνώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αργοξυπνάω / αργοξυπνώ | αργοξυπνάς | αργοξυπνά / αργοξυπνάει | αργοξυπνάμε / αργοξυπνούμε | αργοξυπνάτε | αργοξυπνάν / αργοξυπνάνε / αργοξυπνούν / αργοξυπνούνε |
| Παρατατικός | αργοξυπνούσα | αργοξυπνούσες | αργοξυπνούσε | αργοξυπνούσαμε | αργοξυπνούσατε | αργοξυπνούσαν / αργοξυπνούσανε |
| Αόριστος | αργοξύπνησα | αργοξύπνησες | αργοξύπνησε | αργοξυπνήσαμε | αργοξυπνήσατε | αργοξυπνήσαν / αργοξυπνήσανε / αργοξύπνησαν |
| Μέλλοντας | θα αργοξυπνάω / θα αργοξυπνήσω / θα αργοξυπνώ | θα αργοξυπνάς / θα αργοξυπνήσεις | θα αργοξυπνά / θα αργοξυπνάει / θα αργοξυπνήσει | θα αργοξυπνάμε / θα αργοξυπνήσουμε / θα αργοξυπνούμε | θα αργοξυπνάτε / θα αργοξυπνήσετε | θα αργοξυπνάν / θα αργοξυπνάνε / θα αργοξυπνήσουν / θα αργοξυπνήσουνε / θα αργοξυπνούν / θα αργοξυπνούνε |
| Παρακείμενος | έχω αργοξυπνήσει | έχεις αργοξυπνήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αργοξυπνήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αργοξυπνήσει / να αργοξυπνάω / να αργοξυπνήσω / να αργοξυπνώ | να έχεις αργοξυπνήσει / να αργοξυπνάς / να αργοξυπνήσεις | να αργοξυπνά / να αργοξυπνάει / να αργοξυπνήσει | να αργοξυπνάμε / να αργοξυπνήσουμε / να αργοξυπνούμε | να αργοξυπνάτε / να αργοξυπνήσετε | να αργοξυπνάν / να αργοξυπνάνε / να αργοξυπνήσουν / να αργοξυπνήσουνε / να αργοξυπνούν / να αργοξυπνούνε |
| Προστακτική | — | αργοξύπνα / αργοξύπναγε / αργοξύπνησε | — | — | αργοξυπνάτε / αργοξυπνήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →