αργοπορώ
•
- φτάνω κάπου με καθυστέρηση Βικιλεξικό
- πορεύομαι με αργό ρυθμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω κάτι με αργό τρόπο Βικιλεξικό
- ν' αποσπάσετε // τα δεσμά των ονείρων // Τι αργοπορείτε; (Α. Κάλβος, Εις Χίον, ΙΓ)
Ετυμολογία
αργοπορώ < αργο- + -πορώ (< πόρος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →