αργοσβήνω
•
- κυριολεκτικάσβήνω αργά-αργά, σιγά-σιγά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηχάνομαι αργά-αργά, σιγά-σιγά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεθαίνω αργά-αργά, σιγά-σιγά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αργοσβήνω < αργός + -ο- + σβήνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →