αργοχιόνισμα
•
- λογοτεχνικόχιονόπτωση που πραγματοποείται με αργό ρυθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αργοχιόνισμα < αργο- + χιόνισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αργοχιόνισμα | αργοχιονίσματα |
| Γενική | αργοχιονίσματος | αργοχιονισμάτων |
| Αιτιατική | αργοχιόνισμα | αργοχιονίσματα |
| Κλητική | αργοχιόνισμα | αργοχιονίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →