Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αργυραμοιβός

/aɾ.ʝi.ɾa.miˈvos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαo ανταλλάκτης νομισμάτων, ξένου σε εγχώριο ή αντιστρόφως, με αμοιβή του την διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης του νομίσματος (προμήθεια) Βικιλεξικό
    • 2011 Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδόσεις Καστανιώτη

Ετυμολογία

αργυραμοιβός < αρχαία ελληνική ἀργυραμοιβός < ἄργυρος + ἀμοιβός (αυτός που κάνει ανταλλαγές).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαργυραμοιβόςαργυραμοιβοί
Γενικήαργυραμοιβούαργυραμοιβών
Αιτιατικήαργυραμοιβόαργυραμοιβούς
Κλητικήαργυραμοιβέαργυραμοιβοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →