Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αργώ

/aɾˈɣo/ρήμα
•
  1. δεν εργάζομαι, έχω αργία Βικιλεξικό
    • Οι δημόσιες υπηρεσίες σήμερα αργούν.
  2. κάνω κάτι με αργό τρόπο Βικιλεξικό
    • Καλός είναι στη δουλειά του ο Γιώργος, αλλά αργεί.
  3. χρειάζομαι ακόμα αρκετό χρόνο για να τελειώσω κάτι Βικιλεξικό
    • Θα αργήσεις πολύ να ετοιμάσεις το άρθρο σου;
  4. χρειάζομαι ακόμα αρκετό χρόνο για να τελειώσω, να ολοκληρωθώ Βικιλεξικό
    • Τι έγινε το άρθρο σου; Αργεί πολύ ακόμα;
  5. καθυστερώ να φτάσω κάπου Βικιλεξικό
    • Πάλι άργησε στο ραντεβού η Μαρία!
    • Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

αργώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀργῶ, συνηρημένος τύπος του ἀργέω < ἀργός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαργώαργείςαργείαργούμεαργείτεαργούν / αργούνε
Παρατατικόςαργούσααργούσεςαργούσεαργούσαμεαργούσατεαργούσαν / αργούσανε
Αόριστοςάργησαάργησεςάργησεαργήσαμεαργήσατεάργησαν / αργήσαν / αργήσανε
Μέλλονταςθα αργήσω / θα αργώθα αργήσεις / θα αργείςθα αργήσει / θα αργείθα αργήσουμε / θα αργούμεθα αργήσετε / θα αργείτεθα αργήσουν / θα αργήσουνε / θα αργούν / θα αργούνε
Παρακείμενοςέχω αργήσειέχεις αργήσειέχει αργήσειέχουμε αργήσειέχετε αργήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αργήσειείχες αργήσειείχε αργήσειείχαμε αργήσειείχατε αργήσει—
Υποτακτικήνα έχω αργήσει / να αργήσω / να αργώνα έχεις αργήσει / να αργήσεις / να αργείςνα έχει αργήσει / να αργήσει / να αργείνα έχουμε αργήσει / να αργήσουμε / να αργούμενα έχετε αργήσει / να αργήσετε / να αργείτενα αργήσουν / να αργήσουνε / να αργούν / να αργούνε
Προστακτική—άργησε——αργήστε / αργείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →