αργώ
•
- δεν εργάζομαι, έχω αργία Βικιλεξικό
- Οι δημόσιες υπηρεσίες σήμερα αργούν.
- κάνω κάτι με αργό τρόπο Βικιλεξικό
- Καλός είναι στη δουλειά του ο Γιώργος, αλλά αργεί.
- χρειάζομαι ακόμα αρκετό χρόνο για να τελειώσω κάτι Βικιλεξικό
- Θα αργήσεις πολύ να ετοιμάσεις το άρθρο σου;
- χρειάζομαι ακόμα αρκετό χρόνο για να τελειώσω, να ολοκληρωθώ Βικιλεξικό
- Τι έγινε το άρθρο σου; Αργεί πολύ ακόμα;
- καθυστερώ να φτάσω κάπου Βικιλεξικό
- Πάλι άργησε στο ραντεβού η Μαρία!
- Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
Ετυμολογία
αργώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀργῶ, συνηρημένος τύπος του ἀργέω < ἀργός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αργώ | αργείς | αργεί | αργούμε | αργείτε | αργούν / αργούνε |
| Παρατατικός | αργούσα | αργούσες | αργούσε | αργούσαμε | αργούσατε | αργούσαν / αργούσανε |
| Αόριστος | άργησα | άργησες | άργησε | αργήσαμε | αργήσατε | άργησαν / αργήσαν / αργήσανε |
| Μέλλοντας | θα αργήσω / θα αργώ | θα αργήσεις / θα αργείς | θα αργήσει / θα αργεί | θα αργήσουμε / θα αργούμε | θα αργήσετε / θα αργείτε | θα αργήσουν / θα αργήσουνε / θα αργούν / θα αργούνε |
| Παρακείμενος | έχω αργήσει | έχεις αργήσει | έχει αργήσει | έχουμε αργήσει | έχετε αργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αργήσει | είχες αργήσει | είχε αργήσει | είχαμε αργήσει | είχατε αργήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αργήσει / να αργήσω / να αργώ | να έχεις αργήσει / να αργήσεις / να αργείς | να έχει αργήσει / να αργήσει / να αργεί | να έχουμε αργήσει / να αργήσουμε / να αργούμε | να έχετε αργήσει / να αργήσετε / να αργείτε | να αργήσουν / να αργήσουνε / να αργούν / να αργούνε |
| Προστακτική | — | άργησε | — | — | αργήστε / αργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →