αρδευτικός
•
- ο κατάλληλος για άρδευση Βικιλεξικό
- αυτός που χρησιμοποιείται για άρδευση Βικιλεξικό
- Μπροστά από το σπίτι που στεγαστήκαμε περνάει πέρναγε ένα μεγάλο αρδευτικό αυλάκι. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
Ετυμολογία
αρδευτικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρδευτικός | αρδευτική | αρδευτικό |
| Γενική | αρδευτικού | αρδευτικής | αρδευτικού |
| Αιτιατική | αρδευτικό | αρδευτική | αρδευτικό |
| Κλητική | αρδευτικέ | αρδευτική | αρδευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρδευτικοί | αρδευτικές | αρδευτικά |
| Γενική | αρδευτικών | αρδευτικών | αρδευτικών |
| Αιτιατική | αρδευτικούς | αρδευτικές | αρδευτικά |
| Κλητική | αρδευτικοί | αρδευτικές | αρδευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →