Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρευστοποίητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου δε ρευστοποιήθηκε ή δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί Βικιλεξικό
  2. ((μεταφορικά) για περιουσιακά στοιχεία) που δε μετατράπηκαν σε χρήμα / ρευστό ή που δεν επιδέχονται τέτοια μετατροπή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρευστοποίητος < α- (στερητικό) + ρευστοποιώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρευστοποίητοςαρευστοποίητηαρευστοποίητο
Γενικήαρευστοποίητουαρευστοποίητηςαρευστοποίητου
Αιτιατικήαρευστοποίητοαρευστοποίητηαρευστοποίητο
Κλητικήαρευστοποίητεαρευστοποίητηαρευστοποίητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρευστοποίητοιαρευστοποίητεςαρευστοποίητα
Γενικήαρευστοποίητωναρευστοποίητωναρευστοποίητων
Αιτιατικήαρευστοποίητουςαρευστοποίητεςαρευστοποίητα
Κλητικήαρευστοποίητοιαρευστοποίητεςαρευστοποίητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →