Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρθριτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την αρθρίτιδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρθριτικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρθριτικόςαρθριτικήαρθριτικό
Γενικήαρθριτικούαρθριτικήςαρθριτικού
Αιτιατικήαρθριτικόαρθριτικήαρθριτικό
Κλητικήαρθριτικέαρθριτικήαρθριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρθριτικοίαρθριτικέςαρθριτικά
Γενικήαρθριτικώναρθριτικώναρθριτικών
Αιτιατικήαρθριτικούςαρθριτικέςαρθριτικά
Κλητικήαρθριτικοίαρθριτικέςαρθριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →