Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρθρογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αρθρογράφο ή την αρθρογραφία ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρθρογραφικός < αρθρογράφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρθρογραφικόςαρθρογραφικήαρθρογραφικό
Γενικήαρθρογραφικούαρθρογραφικήςαρθρογραφικού
Αιτιατικήαρθρογραφικόαρθρογραφικήαρθρογραφικό
Κλητικήαρθρογραφικέαρθρογραφικήαρθρογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρθρογραφικοίαρθρογραφικέςαρθρογραφικά
Γενικήαρθρογραφικώναρθρογραφικώναρθρογραφικών
Αιτιατικήαρθρογραφικούςαρθρογραφικέςαρθρογραφικά
Κλητικήαρθρογραφικοίαρθρογραφικέςαρθρογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →