αρθρογραφικός
•
- που έχει σχέση με τον αρθρογράφο ή την αρθρογραφία ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρθρογραφικός < αρθρογράφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρθρογραφικός | αρθρογραφική | αρθρογραφικό |
| Γενική | αρθρογραφικού | αρθρογραφικής | αρθρογραφικού |
| Αιτιατική | αρθρογραφικό | αρθρογραφική | αρθρογραφικό |
| Κλητική | αρθρογραφικέ | αρθρογραφική | αρθρογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρθρογραφικοί | αρθρογραφικές | αρθρογραφικά |
| Γενική | αρθρογραφικών | αρθρογραφικών | αρθρογραφικών |
| Αιτιατική | αρθρογραφικούς | αρθρογραφικές | αρθρογραφικά |
| Κλητική | αρθρογραφικοί | αρθρογραφικές | αρθρογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →