αρθρογραφώ
•
- γράφω άρθρα για τον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρθρογραφώ < αρθρογράφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρθρογραφώ | αρθρογραφείς | αρθρογραφεί | αρθρογραφούμε | αρθρογραφείτε | αρθρογραφούν / αρθρογραφούνε |
| Παρατατικός | αρθρογραφούσα | αρθρογραφούσες | αρθρογραφούσε | αρθρογραφούσαμε | αρθρογραφούσατε | αρθρογραφούσαν / αρθρογραφούσανε |
| Αόριστος | αρθρογράφησα | αρθρογράφησες | αρθρογράφησε | αρθρογραφήσαμε | αρθρογραφήσατε | αρθρογράφησαν / αρθρογραφήσαν / αρθρογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα αρθρογραφήσω / θα αρθρογραφώ | θα αρθρογραφήσεις / θα αρθρογραφείς | θα αρθρογραφήσει / θα αρθρογραφεί | θα αρθρογραφήσουμε / θα αρθρογραφούμε | θα αρθρογραφήσετε / θα αρθρογραφείτε | θα αρθρογραφήσουν / θα αρθρογραφήσουνε / θα αρθρογραφούν / θα αρθρογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω αρθρογραφήσει | έχεις αρθρογραφήσει | έχει αρθρογραφήσει | έχουμε αρθρογραφήσει | έχετε αρθρογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρθρογραφήσει | είχες αρθρογραφήσει | είχε αρθρογραφήσει | είχαμε αρθρογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρθρογραφήσει / να αρθρογραφήσω / να αρθρογραφώ | να έχεις αρθρογραφήσει / να αρθρογραφήσεις / να αρθρογραφείς | να έχει αρθρογραφήσει / να αρθρογραφήσει / να αρθρογραφεί | να έχουμε αρθρογραφήσει / να αρθρογραφήσουμε / να αρθρογραφούμε | να έχετε αρθρογραφήσει / να αρθρογραφήσετε / να αρθρογραφείτε | να αρθρογραφήσουν / να αρθρογραφήσουνε / να αρθρογραφούν / να αρθρογραφούνε |
| Προστακτική | — | αρθρογράφει / αρθρογράφησε | — | — | αρθρογραφήστε / αρθρογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →