αρθρωτός
•
- που αποτελείται από περισσότερα του ενός τμήματα που αρθρώνονται μεταξύ τους Βικιλεξικό
- Μόλις το αρθρωτό θηρίο προσεγγίζει βρυχώμενο στον σταθμό, οι περισσότερο σπεύδουν στα τελευταία βαγόνια, εντελώς αντιδιαμετρικά από εκεί όπου περιφέρεται η ίδια. (Γρηγόρης Αζαριάδης, Παραπλάνηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)
Ετυμολογία
αρθρωτός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρθρωτός | αρθρωτή | αρθρωτό |
| Γενική | αρθρωτού | αρθρωτής | αρθρωτού |
| Αιτιατική | αρθρωτό | αρθρωτή | αρθρωτό |
| Κλητική | αρθρωτέ | αρθρωτή | αρθρωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρθρωτοί | αρθρωτές | αρθρωτά |
| Γενική | αρθρωτών | αρθρωτών | αρθρωτών |
| Αιτιατική | αρθρωτούς | αρθρωτές | αρθρωτά |
| Κλητική | αρθρωτοί | αρθρωτές | αρθρωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →