αρθρώνω
•
- συναρμολογώ κάτι από τα μέρη του, συνδέω μέρη ενός συνόλου, συνήθως λέξη (συνδέοντας φθόγγους) ή φράση (συνδέοντας λέξεις) Βικιλεξικό
- δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη (από την ταραχή)
- δεν μπόρεσε να αρθρώσει λόγο (δεν είχε να αντιτάξει επιχειρήματα)
Ετυμολογία
αρθρώνω < αρχαία ελληνική ἀρθρόω, -ῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρθρώνω | αρθρώνεις | αρθρώνει | αρθρώνουμε | αρθρώνετε | αρθρώνουν / αρθρώνουνε |
| Παρατατικός | άρθρωνα | άρθρωνες | άρθρωνε | αρθρώναμε | αρθρώνατε | άρθρωναν / αρθρώναν / αρθρώνανε |
| Αόριστος | άρθρωσα | άρθρωσες | άρθρωσε | αρθρώσαμε | αρθρώσατε | άρθρωσαν / αρθρώσαν / αρθρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αρθρώνω / θα αρθρώσω | θα αρθρώνεις / θα αρθρώσεις | θα αρθρώνει / θα αρθρώσει | θα αρθρώνουμε / θα αρθρώσουμε | θα αρθρώνετε / θα αρθρώσετε | θα αρθρώνουν / θα αρθρώνουνε / θα αρθρώσουν / θα αρθρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρθρώσει | έχεις αρθρώσει | έχει αρθρώσει | έχουμε αρθρώσει | έχετε αρθρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρθρώσει | είχες αρθρώσει | είχε αρθρώσει | είχαμε αρθρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρθρώσει / να αρθρώνω / να αρθρώσω | να έχεις αρθρώσει / να αρθρώνεις / να αρθρώσεις | να έχει αρθρώσει / να αρθρώνει / να αρθρώσει | να έχουμε αρθρώσει / να αρθρώνουμε / να αρθρώσουμε | να έχετε αρθρώσει / να αρθρώνετε / να αρθρώσετε | να αρθρώνουν / να αρθρώνουνε / να αρθρώσουν / να αρθρώσουνε |
| Προστακτική | — | άρθρωνε / άρθρωσε | — | — | αρθρώνετε / αρθρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →