Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αριέτα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μουσικήσύντομη και λιτή άρια, μελωδική και συνήθως απλής δομής, που συχνά λειτουργεί ως ενδιάμεσο μουσικό σχόλιο σε έργα μεγαλύτερης φόρμας Βικιλεξικό
  2. λαογραφίαδίστιχο ή τραγουδιστός λόγος με λαϊκό χαρακτήρα, που απαντά σε επτανησιακές ή νησιωτικές παραδόσεις, συχνά με σκωπτικό ή ερωτικό περιεχόμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αριέτα < ιταλική arietta < aria < λατινική aerem, αιτιατική ενικού τού aer < αρχαία ελληνική ἀήρ (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαριέτααριέτες
Γενικήαριέτας—
Αιτιατικήαριέτααριέτες
Κλητικήαριέτααριέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →