αριέτα
•
- μουσικήσύντομη και λιτή άρια, μελωδική και συνήθως απλής δομής, που συχνά λειτουργεί ως ενδιάμεσο μουσικό σχόλιο σε έργα μεγαλύτερης φόρμας Βικιλεξικό
- λαογραφίαδίστιχο ή τραγουδιστός λόγος με λαϊκό χαρακτήρα, που απαντά σε επτανησιακές ή νησιωτικές παραδόσεις, συχνά με σκωπτικό ή ερωτικό περιεχόμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριέτα < ιταλική arietta < aria < λατινική aerem, αιτιατική ενικού τού aer < αρχαία ελληνική ἀήρ (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αριέτα | αριέτες |
| Γενική | αριέτας | — |
| Αιτιατική | αριέτα | αριέτες |
| Κλητική | αριέτα | αριέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →