Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αριθμογνωσία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να γνωρίζει κανείς τους αριθμούς μα και να μετράει Βικιλεξικό
  2. το να γνωρίζει κανείς μαθηματικά, η ικανότητα στην αριθμητική Βικιλεξικό
  3. η αριθμομαντεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αριθμογνωσία < αριθμ(ός) + -ο- + -γνωσία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαριθμογνωσίααριθμογνωσίες
Γενικήαριθμογνωσίαςαριθμογνωσιών
Αιτιατικήαριθμογνωσίααριθμογνωσίες
Κλητικήαριθμογνωσίααριθμογνωσίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →