αριθμογνωσία
•
- το να γνωρίζει κανείς τους αριθμούς μα και να μετράει Βικιλεξικό
- το να γνωρίζει κανείς μαθηματικά, η ικανότητα στην αριθμητική Βικιλεξικό
- η αριθμομαντεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριθμογνωσία < αριθμ(ός) + -ο- + -γνωσία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αριθμογνωσία | αριθμογνωσίες |
| Γενική | αριθμογνωσίας | αριθμογνωσιών |
| Αιτιατική | αριθμογνωσία | αριθμογνωσίες |
| Κλητική | αριθμογνωσία | αριθμογνωσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →