Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αριθμοδεικτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αριθμοδείκτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αριθμοδεικτικός < αριθμοδείκτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριθμοδεικτικόςαριθμοδεικτικήαριθμοδεικτικό
Γενικήαριθμοδεικτικούαριθμοδεικτικήςαριθμοδεικτικού
Αιτιατικήαριθμοδεικτικόαριθμοδεικτικήαριθμοδεικτικό
Κλητικήαριθμοδεικτικέαριθμοδεικτικήαριθμοδεικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριθμοδεικτικοίαριθμοδεικτικέςαριθμοδεικτικά
Γενικήαριθμοδεικτικώναριθμοδεικτικώναριθμοδεικτικών
Αιτιατικήαριθμοδεικτικούςαριθμοδεικτικέςαριθμοδεικτικά
Κλητικήαριθμοδεικτικοίαριθμοδεικτικέςαριθμοδεικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →