αριθμοδεικτικός
•
- που έχει σχέση με τον αριθμοδείκτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριθμοδεικτικός < αριθμοδείκτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αριθμοδεικτικός | αριθμοδεικτική | αριθμοδεικτικό |
| Γενική | αριθμοδεικτικού | αριθμοδεικτικής | αριθμοδεικτικού |
| Αιτιατική | αριθμοδεικτικό | αριθμοδεικτική | αριθμοδεικτικό |
| Κλητική | αριθμοδεικτικέ | αριθμοδεικτική | αριθμοδεικτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αριθμοδεικτικοί | αριθμοδεικτικές | αριθμοδεικτικά |
| Γενική | αριθμοδεικτικών | αριθμοδεικτικών | αριθμοδεικτικών |
| Αιτιατική | αριθμοδεικτικούς | αριθμοδεικτικές | αριθμοδεικτικά |
| Κλητική | αριθμοδεικτικοί | αριθμοδεικτικές | αριθμοδεικτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →