αριθμώ
•
- για μια ομάδαπεριλαμβάνω Βικιλεξικό
- καταμετρώ, καταγράφω με χρήση αριθμών Βικιλεξικό
- προσθέτω αρίθμηση σε κάτι Βικιλεξικό
- Έβαλε σε κάποια τάξη τις σελίδες, τις αρίθμησε προσεκτικά και άρχισε να διαβάζει το γράμμα δυνατά. Κωστούλα Μητροπούλου, Μετάθεση
- αριθμείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριθμώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀριθμῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →