αριστείς
•
- λόγιοπρόσωπα που ξεχωρίζουν για την υπεροχή τους σε ικανότητα, αξία ή κύρος, ιδίως σε στρατιωτικά, πολιτικά ή πνευματικά πεδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριστείς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀριστεῖς, πληθυντικός του ἀριστεύς < ἄριστος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αριστείς | αριστείς |
| Γενική | — | αριστέων |
| Αιτιατική | — | αριστείς |
| Κλητική | — | αριστείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →