αριστερίζω
•
- παρουσιάζω ιδεολογική τάση προς τον αριστερό πολιτικό χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριστερίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αριστερίζω | αριστερίζεις | αριστερίζει | αριστερίζουμε | αριστερίζετε | αριστερίζουν / αριστερίζουνε |
| Παρατατικός | αριστέριζα | αριστέριζες | αριστέριζε | αριστερίζαμε | αριστερίζατε | αριστέριζαν / αριστερίζαν / αριστερίζανε |
| Αόριστος | αριστέρισα | αριστέρισες | αριστέρισε | αριστερίσαμε | αριστερίσατε | αριστέρισαν / αριστερίσαν / αριστερίσανε |
| Μέλλοντας | θα αριστερίζω / θα αριστερίσω | θα αριστερίζεις / θα αριστερίσεις | θα αριστερίζει / θα αριστερίσει | θα αριστερίζουμε / θα αριστερίσουμε | θα αριστερίζετε / θα αριστερίσετε | θα αριστερίζουν / θα αριστερίζουνε / θα αριστερίσουν / θα αριστερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αριστερίσει | έχεις αριστερίσει | έχει αριστερίσει | έχουμε αριστερίσει | έχετε αριστερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αριστερίσει | είχες αριστερίσει | είχε αριστερίσει | είχαμε αριστερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αριστερίσει / να αριστερίζω / να αριστερίσω | να έχεις αριστερίσει / να αριστερίζεις / να αριστερίσεις | να έχει αριστερίσει / να αριστερίζει / να αριστερίσει | να έχουμε αριστερίσει / να αριστερίζουμε / να αριστερίσουμε | να έχετε αριστερίσει / να αριστερίζετε / να αριστερίσετε | να αριστερίζουν / να αριστερίζουνε / να αριστερίσουν / να αριστερίσουνε |
| Προστακτική | — | αριστέριζε / αριστέρισε | — | — | αριστερίζετε / αριστερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →