Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αριστεροδέξιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χειρίζεται (εξίσου) καλά και το αριστερό και το δεξί χέρι (ή πόδι) Βικιλεξικό
  2. πολιτικήψευτοαριστερός που κατά βάθος έχει άλλες πολιτικές απόψεις και πρακτική (π.χ. δεξιά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αριστεροδέξιος < αριστερός + -ο- + δεξιός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριστεροδέξιοςαριστεροδέξιααριστεροδέξιο
Γενικήαριστεροδέξιουαριστεροδέξιαςαριστεροδέξιου
Αιτιατικήαριστεροδέξιοαριστεροδέξιααριστεροδέξιο
Κλητικήαριστεροδέξιεαριστεροδέξιααριστεροδέξιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριστεροδέξιοιαριστεροδέξιεςαριστεροδέξια
Γενικήαριστεροδέξιωναριστεροδέξιωναριστεροδέξιων
Αιτιατικήαριστεροδέξιουςαριστεροδέξιεςαριστεροδέξια
Κλητικήαριστεροδέξιοιαριστεροδέξιεςαριστεροδέξια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →