αριστεροδέξιος
•
- που χειρίζεται (εξίσου) καλά και το αριστερό και το δεξί χέρι (ή πόδι) Βικιλεξικό
- πολιτικήψευτοαριστερός που κατά βάθος έχει άλλες πολιτικές απόψεις και πρακτική (π.χ. δεξιά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριστεροδέξιος < αριστερός + -ο- + δεξιός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αριστεροδέξιος | αριστεροδέξια | αριστεροδέξιο |
| Γενική | αριστεροδέξιου | αριστεροδέξιας | αριστεροδέξιου |
| Αιτιατική | αριστεροδέξιο | αριστεροδέξια | αριστεροδέξιο |
| Κλητική | αριστεροδέξιε | αριστεροδέξια | αριστεροδέξιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αριστεροδέξιοι | αριστεροδέξιες | αριστεροδέξια |
| Γενική | αριστεροδέξιων | αριστεροδέξιων | αριστεροδέξιων |
| Αιτιατική | αριστεροδέξιους | αριστεροδέξιες | αριστεροδέξια |
| Κλητική | αριστεροδέξιοι | αριστεροδέξιες | αριστεροδέξια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →