αριστοκρατικός
•
- σχετικός με την αριστοκρατία ή τον αριστοκράτη Βικιλεξικό
- Είναι αριστοκρατική οικογένεια, με μεγάλη παράδοση.
- Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)
- Ήταν μια πιο γλυκιά, πολύ ευγενική, πολύ αριστοκρατική φυσιογνωμία. Ψηλός, πολύ λεπτός, κλασάτος. Από τους αστούς άλλων εποχών. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- οπαδός του αριστοκρατικού κόμματος ή πολιτεύματος Βικιλεξικό
- Οι αριστοκρατικοί της αρχαίας Aθήνας.
- προερχόμενος, απευθυνόμενος ή χαρακτηριστικός μιας περιορισμένης μειοψηφίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριστοκρατικός < Σημασία 1 (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀριστοκρατικός < αρχαία ελληνική ἀριστοκρατικός. Σημασία 2 (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική aristocratique.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αριστοκρατικός | αριστοκρατική | αριστοκρατικό |
| Γενική | αριστοκρατικού | αριστοκρατικής | αριστοκρατικού |
| Αιτιατική | αριστοκρατικό | αριστοκρατική | αριστοκρατικό |
| Κλητική | αριστοκρατικέ | αριστοκρατική | αριστοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αριστοκρατικοί | αριστοκρατικές | αριστοκρατικά |
| Γενική | αριστοκρατικών | αριστοκρατικών | αριστοκρατικών |
| Αιτιατική | αριστοκρατικούς | αριστοκρατικές | αριστοκρατικά |
| Κλητική | αριστοκρατικοί | αριστοκρατικές | αριστοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →