αριστοτεχνία
•
- η ικανότητα να εκτελεί κανείς κάτι με υψηλό βαθμό τεχνικής ακρίβειας και ευφυούς χειρισμού, ανεξαρτήτως πεδίου Βικιλεξικό
- η επίτευξη εξαιρετικού αισθητικού ή δημιουργικού αποτελέσματος που μαρτυρά ώριμη και ευρηματική τέχνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριστοτεχνία < μεσαιωνική ελληνική ἀριστοτεχνία < αρχαία ελληνική ἀριστοτέχνης < ἄριστος + τέχνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αριστοτεχνία | αριστοτεχνίες |
| Γενική | αριστοτεχνίας | αριστοτεχνιών |
| Αιτιατική | αριστοτεχνία | αριστοτεχνίες |
| Κλητική | αριστοτεχνία | αριστοτεχνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →