αριστουργηματικός
•
- αυτός που μπορεί να χαρακτηριστεί ως αριστούργημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αριστουργηματικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αριστουργηματικός | αριστουργηματική | αριστουργηματικό |
| Γενική | αριστουργηματικού | αριστουργηματικής | αριστουργηματικού |
| Αιτιατική | αριστουργηματικό | αριστουργηματική | αριστουργηματικό |
| Κλητική | αριστουργηματικέ | αριστουργηματική | αριστουργηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αριστουργηματικοί | αριστουργηματικές | αριστουργηματικά |
| Γενική | αριστουργηματικών | αριστουργηματικών | αριστουργηματικών |
| Αιτιατική | αριστουργηματικούς | αριστουργηματικές | αριστουργηματικά |
| Κλητική | αριστουργηματικοί | αριστουργηματικές | αριστουργηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →