Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αριστουργηματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που μπορεί να χαρακτηριστεί ως αριστούργημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αριστουργηματικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριστουργηματικόςαριστουργηματικήαριστουργηματικό
Γενικήαριστουργηματικούαριστουργηματικήςαριστουργηματικού
Αιτιατικήαριστουργηματικόαριστουργηματικήαριστουργηματικό
Κλητικήαριστουργηματικέαριστουργηματικήαριστουργηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριστουργηματικοίαριστουργηματικέςαριστουργηματικά
Γενικήαριστουργηματικώναριστουργηματικώναριστουργηματικών
Αιτιατικήαριστουργηματικούςαριστουργηματικέςαριστουργηματικά
Κλητικήαριστουργηματικοίαριστουργηματικέςαριστουργηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →