Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αριφραδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςξεκάθαρος, ολοφάνερος Βικιλεξικό
  2. αρχαιοπρεπέςσυνετός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αριφραδής < αρχαία ελληνική ἀριφραδής < ἀρι- + φράζομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριφραδήςαριφραδήςαριφραδές
Γενικήαριφραδούςαριφραδούςαριφραδούς
Αιτιατικήαριφραδήαριφραδήαριφραδές
Κλητικήαριφραδή / αριφραδήςαριφραδήςαριφραδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαριφραδείςαριφραδείςαριφραδή
Γενικήαριφραδώναριφραδώναριφραδών
Αιτιατικήαριφραδείςαριφραδείςαριφραδή
Κλητικήαριφραδείςαριφραδείςαριφραδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →