αρκεί
•
- απρόσωπο ρήμαείναι αρκετό, φτάνει (συνήθως στην έκφραση: αρκεί να) Βικιλεξικό
- Δε θέλω πιστοποιητικό, αρκεί να γίνει σωστά η δουλειά.
- και ως επιφώνημαφτάνει! Βικιλεξικό
- Πάψε να τον κατηγορείς! Αρκεί!
- τριτοπρόσωπο ρήμαείμαι αρκετός Βικιλεξικό
- Τα χρήματα που έχω αρκούν για τα έξοδά μου: όλο το ποσό στο λογαριασμό μου αρκεί και περισσεύει.
Ετυμολογία
αρκεί < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρκεῖ, γʹ πρόσωπο ενικού οριστικής του ἀρκῶ (ἀρκέω) → δείτε αρκώ
Άλλοι τύποι
άρκεσαν/ήρκεσανάρκεσε/ήρκεσεαρκέστηκαναρκέστηκεαρκείταιαρκούναρκούσαναρκούσε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →